Τι είναι ο καρκίνος του παχέος εντέρου;
Το παχύ έντερο είναι η συνέχεια του λεπτού εντέρου και ο ρόλος του είναι η απορρόφηση θρεπτικών συστατικών, κυρίως νερού, και η παραγωγή και προώθηση των κοπράνων προς τον πρωκτό. Μια σειρά γενετικών αλλαγών, τα οποία συνήθως έχουν ως αφετηρία έναν πολύποδα στο έντερο, μπορούν με την πάροδο του χρόνου να προκαλέσουν την αλλαγή των κυττάρων από φυσιολογικά σε καρκινικά κύτταρα. Τα κύτταρα αυτά πολλαπλασιάζονται και προκαλούν την ανάπτυξη του καρκίνου.

O καρκίνος του παχέος εντέρου αποτελεί μια από τις συχνότερα εμφανιζόμενες κακοήθεις παθήσεις. Παγκοσμίως, είναι η τρίτη σε σειρά συχνότητας μορφή καρκίνου σε γυναίκες και η δεύτερη στους άνδρες.

Ποια είναι τα αίτια

Αλληλεπίδραση Κληρονομικών – Περιβαλλοντικών Παραγόντων:

Σύμφωνα με επιδημιολογικές και εργαστηριακές μελέτες, η εμφάνιση του ορθοκολικού καρκίνου αποτελεί συνέπεια της αλληλεπίδρασης κληρονομικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.
Περιβαλλοντικοί παράγοντες: η υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης του καρκίνου του παχέος εντέρου παρατηρείται σε άτομα ηλικίας 60 – 70 ετών. Η πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτών φαίνεται να συσχετίζεται με περιβαλλοντικούς παράγοντες. Διάφορες απόψεις συνηγορούν στο ότι διατροφικοί παράγοντες είναι υπεύθυνοι για την εμφάνιση σημαντικού αριθμού περιπτώσεων της νόσου, χωρίς  όμως να είναι δυνατό ο αριθμός αυτός να υπολογιστεί με ακρίβεια. Ιδιαίτερης προσοχής έχουν τύχει οι εξής διατροφικοί παράγοντες:

  • Η δίαιτα με χαμηλή περιεκτικότητα σε μη απορροφήσιμες φυτικές ίνες. Η μειωμένη πρόσληψη φυτικών ινών συσχετίζεται με ελαττωμένο όγκο κοπράνων, αυξημένη κατακράτηση των κοπράνων στο έντερο και αλλοίωση της μικροβιακής χλωρίδας του εντέρου.
  • Η δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα σε επεξεργασμένους υδατάνθρακες ή και λίπος. Τα τοξικά παραπροϊόντα της αποδόμησης των σακχάρων συσσωρεύονται στο έντερο και παραμένουν, για σημαντικό χρονικό διάστημα, σε επαφή με τον εντερικό βλεννογόνο. Επίσης, το λίπος αυξάνει τη σύνθεση χοληστερόλης και χολικών οξέων στο ήπαρ, που – με τη σειρά τους – μετατρέπονται σε δυνητικά καρκινογόνα από τα εντερικά βακτήρια.
  • Η ελαττωμένη πρόσληψη προστατευτικών θρεπτικών ουσιών, όπως είναι οι βιταμίνες Α, C και Ε. Σημειώνεται ότι οι βιταμίνες αυτές ασκούν προστατευτική δράση, δεσμεύοντας τις ελεύθερες ρίζες οξυγόνου.
    Η εμφάνιση της νόσου έχει συσχετιστεί – ακόμα – με το κάπνισμα, την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών και τον καθιστικό τρόπο ζωής. Κληρονομικοί Παράγοντες: λιγότερο του 20% των περιπτώσεων αφορά ασθενείς κάτω των 50 ετών. Η διάγνωση της νόσου σε ένα νεαρό άτομο θέτει την υποψία προϋπάρχουσας ελκώδους κολίτιδας ή συνδρόμου πολυποδίασης.

Διάφορες μελέτες, σχετικά με τον προσδιορισμό των αιτιολογικών παραγόντων και την ανάπτυξη αποτελεσματικών μέτρων πρόληψης, έχουν καταλήξει ότι η ύπαρξη αδενωμάτων του παχέος εντέρου συσχετίζεται με την ανάπτυξη ορθοκολικού καρκίνου μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Τα αδενώματα θεωρούνται ως πρόδρομες βλάβες των κακοηθών νεοπλασιών του παχέος εντέρου. Η ανάπτυξη καρκίνου από αδενωματώδεις βλάβες καλείται αλληλουχία αδενώματος – καρκίνου

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

  • Αυξημένη ηλικία
  • Οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του παχέος εντέρου‐ορθού και/ή πολύποδων
  • Ατομικό ιστορικό φλεγμονώδους νόσου των εντέρων (IBD)
  • Κληρονομικές γενετικές μεταλλάξεις που περιλαμβάνουν:
    – Σύνδρομο οικογενούς αδενωματώδους πολυποδίασης (FAP), που συνδέεται και με μια μετάλλαξη στο ογκοκατασταλτικό γονίδιο APC
    – Οι μεταλλάξεις στο APC μπορεί να οδηγήσουν σε καρκίνο, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν μεταλλάξεις και σε άλλα γονίδια όπως το k‐ras και το p53
    – HNPCC, που συνδέεται με μεταλλάξεις στα γονίδια επιδιόρθωσης αταίριαστων βάσεων του DNA
  • Τροποποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου όπως παχυσαρκία, έλλειψη φυσικής άσκησης, κάπνισμα, μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ, δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε κόκκινα ή κατεργασμένα κρέατα και ανεπαρκής πρόσληψη φρούτων και λαχανικών

Συνοπτικά, η κατάταξη του πληθυσμού σε ομάδες κινδύνου, για την ανάπτυξη καρκίνου του παχέος εντέρου, είναι η εξής:

  • Ομάδα μικρού κινδύνου: άτομα ηλικίας μικρότερης των 50 ετών
  • Ομάδα χαμηλού κινδύνου: άτομα ηλικίας 50 – 60 ετών (απουσία συμπτωμάτων από το γαστρεντερικό σύστημα)
  • Ομάδα μέσου κινδύνου: ατομικό ιστορικό πολυπόδων ή καρκίνου, οικογενειακό ιστορικό, νόσος Crohn
  • Ομάδα υψηλού κινδύνου: σύνδρομο οικογενούς πολυποδίασης, κληρονομικά – μη πολυποειδή καρκινικά σύνδρομα, ελκώδης κολίτις, συγκεκριμένοι γενετικοί υποδοχείς

Ποια είναι τα συμπτώματα του καρκίνου του παχέος εντέρου;

Τα συχνότερα συμπτώματα του καρκίνουτου παχέος εντέρου είναι:

  • Αλλαγή στις εντερικές συνήθειες, δηλαδή διάρροια ή δυσκοιλιότητα
  • Απώλεια αίματος με τις κενώσεις
  • Άτυπο κοιλιακό άλγος
  • Χαμηλός αιματοκρίτης σε εξέταση αίματος
  • Αίσθημα εύκολης κόπωσης
  • Απώλεια βάρους

Εάν ο όγκος είναι μεγάλος τότε μπορεί να αποφράξει τον αυλό του εντέρου και να μην είναι δυνατή η δίοδος του περιεχομένου του. Στην περίπτωση αυτή ο ασθενής προσέρχεται με εικόνα ειλεού, δηλαδή κοιλιακό άλγος, διάταση της κοιλιάς και αδυναμία αποβολής αερίων και κοπράνων. Επίσης, εάν ο όγκος έχει διαπεράσει όλες τις στιβάδες του εντέρου υπάρχει η πιθανότητα να συμβεί διάτρηση του εντέρου από τον όγκο και δημιουργία γενικευμένης μόλυνσης όλης της κοιλιάς, δηλαδή περιτονίτιδας. Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις ο ασθενής θα πρέπει να οδηγηθεί επειγόντως στο χειρουργείο.

Ποια είναι η θεραπεία του καρκίνου του παχέος εντέρου;

Ακρογωνιαίος λίθος για τη θεραπεία του καρκίνου του παχέος εντέρου είναι η χειρουργική αφαίρεση του όγκου. Ο όγκος αφαιρείται μαζί με τμήμα του παχέος εντέρου και τους γειτονικούς λεμφαδένες. Η επέμβαση αυτή ονομάζεται κολεκτομή και το τμήμα του εντέρου που αφαιρείται εξαρτάται από την θέση του όγκου. Τα δύο άκρα του παχέος εντέρου συνήθως είναι δυνατό να αναστομωθούν. Εάν όμως ο χειρουργός κρίνει ότι υπάρχει τεχνική δυσκολία στην επανένωση των δύο τμημάτων του εντέρου, υπάρχει πιθανότητα να χρειαστεί να γίνει προσωρινή στομία.

Το τμήμα του εντέρου που αφαιρείται αποστέλλεται για ιστολογική εξέταση, η οποία καθορίζει το ακριβές στάδιο της νόσου. Στη συνέχεια και με τη συμβουλή του κλινικού ογκολόγου αποφασίζεται εάν ο ασθενής χρειάζεται να ακολουθήσει συμπληρωματική χημειοθεραπεία ή όχι.